Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2019

Του λυναριού τα βάσανα


Μάτωσε όλο το μέσα μου
ξεχείλισε και πότισε το χώμα.
Πως να φυτρώσει η ζωή
σε χώμα ματωμένο;
Μα η δίψα των ανθρώπων για ζωή
πάντοτε θεριεμένη,
κανείς την άρνηση δεν πρόβαλε
για μια σταγόνα νέκταρ,
κανείς.
Μόνο με το παράπονο στα χείλη
για τη στέρηση του.
Έτσι είναι ο κόσμος καμωμένος.
Στο ζύγι πάντοτε άδικος.
Χαρές και συμφορές δεν πάνε αντάμα.
Άλλοι μονάχα ηδονές
άλλοι μονάχα λύπες.
Άδικος και ο πραματευτής
γιατί αυτός ζυγίζει,
ο πονεμένος δεν βαστά, λιγοψυχάει
που να βρει τόση αντοχή να μη λυγίσει;
είναι η στιγμή που εκλιπαρεί
να βρει παρηγοριά στο θάνατο.
Την κρίση του ο καθένας να σκεφτεί
πριν ξεστομίσει.

Σε ποιο κατώφλι άμοιρο
η λογική κουρνιάζει με φρόνηση;
Παίρνει σκυτάλη η απόγνωση
στο στίβο τούτο και κόβει το νήμα.
Του λιναριού τα βάσανα
τον άνθρωπο βαραίνουν,
κι αλίμονο
σ ’αυτούς  που πέφτει ο κλήρος.

Αθήνα, 26 Οκτωβρίου 2018

Η ποίηση πλανάται