Μάτωσε
όλο το μέσα μου
ξεχείλισε
και πότισε το χώμα.
Πως
να φυτρώσει η ζωή
σε
χώμα ματωμένο;
Μα
η δίψα των ανθρώπων για ζωή
πάντοτε
θεριεμένη,
κανείς
την άρνηση δεν πρόβαλε
για
μια σταγόνα νέκταρ,
κανείς.
Μόνο
με το παράπονο στα χείλη
για
τη στέρηση του.
Έτσι
είναι ο κόσμος καμωμένος.
Στο
ζύγι πάντοτε άδικος.
Χαρές
και συμφορές δεν πάνε αντάμα.
Άλλοι
μονάχα ηδονές
άλλοι
μονάχα λύπες.
Άδικος
και ο πραματευτής
γιατί
αυτός ζυγίζει,
ο
πονεμένος δεν βαστά, λιγοψυχάει
που
να βρει τόση αντοχή να μη λυγίσει;
είναι
η στιγμή που εκλιπαρεί
να
βρει παρηγοριά στο θάνατο.
Την
κρίση του ο καθένας να σκεφτεί
πριν
ξεστομίσει.
Σε
ποιο κατώφλι άμοιρο
η
λογική κουρνιάζει με φρόνηση;
Παίρνει
σκυτάλη η απόγνωση
στο
στίβο τούτο και κόβει το νήμα.
Του
λιναριού τα βάσανα
τον
άνθρωπο βαραίνουν,
κι
αλίμονο
σ
’αυτούς που πέφτει ο κλήρος.
Αθήνα, 26
Οκτωβρίου 2018
