Θέλησα
η
γύμνια σου την σάρκα μου να ντύνει
με
το λινό της ύφασμα σαν μεταξένιο χάδι,
να
μου μιλά ψιθυριστά
να
με φιλά μεθυστικά
απ’
το κρασί του έρωτα και ρίγη να προσφέρει.
Στο
νησί των Φαιάκων θα ‘μαι εκεί
με
της καρδιάς το μαϊστράλι,
ν’
αγγίζει τα βελούδα σου
απ’
τα δικά μου χέρια,
κι
η επιθυμία να σηκώνει τα πανιά της
για
μέρη άγνωστα,
για
μέρη
που
πλανεύουν του Οδυσσέα τα αυτιά
στου
πόθου τα ατίθασα λημέρια.
Η
Κίρκη μου σαν έγινες
ανήμπορος
μπροστά σου ν’ αρνηθώ κάθε ανάγκη
γίνομαι
κτήμα σου,
γίνομαι
κλήμα τα σταφύλια να τρυγήσεις
να
με μεθύσεις δυο φορές
απ’
το κρασί της πεθυμιάς.
Να
το κρατάς
να
με μεθάς
στα
χέρια μου να σβήνεις
και
να στενάζεις
στων
σωμάτων το μαντάλωμα.
Θέλησα
ζωή μου να λουστείς
ροδόνερο
και μύρο
σ’
ένα ακρογιάλι ερημικό
που
το βαπτίσαμε αγάπη.
Αθήνα, 22
Ιουλίου 2018
