Έσκυψα
στις χαραμάδες μου
κι
άκουσα ένα βουητό από μελίσσια
να
ψάχνουνε για σωτηρία.
Ψηλά
στον ουρανό,
πάνω
στο χώμα εδώ της γης
και
μέσα στις κυψέλες.
Έσκυψα
στις
αποθήκες της ψυχής,
ένιωσα
το
πληγωμένο παιδί,
ένιωσα
το
φοβισμένο αγρίμι
κι
είδα το πρόσωπο του
στα
ερείπια
να
τριγυρνά,
να
κρύβεται,
να
σπαράζει.
Αντήχησε
το κλάμα του,
κλαδί
που σπάζει από το βάρος του,
τρόμαξαν
των ανθρώπων οι συνήθειες.
Κανείς
όμως δεν άκουσε το κλάμα ετούτο.
Το
υπόκουφο κλάμα.
Το
αγρίμι τριγυρνούσε γυμνό μέσ’ τα βουνά,
ανάμεσα
στα σχίνα, τις κουμαριές, τις αγριλιές.
Μακριά
από τον κόσμο.
Στο
δικό του
απόκοσμο
κόσμο.
Το
πληγωμένο παιδί που μεγάλωσε.
Το
μεγάλο παιδί που έμεινε πληγωμένο
στις
σπασμένες φτερούγες του.
Αθήνα, 29 Μαρτίου 2018
