Στη γη των αμπελιών
που αιώνες δίνει τους καρπούς της,
οι θνητοί τρυγάνε τα σταφύλια
στη λάβα του καλοκαιριού
με του ήλιου τις αχτίδες περήφανες
να συνοδεύουν τους αοιδούς, τα τζιτζίκια.
Στου Αυγούστου τα καμώματα
Οι τρυγητάδες σιγομουρμουρίζουν παιάνες
Ενώ μαζεύουν
τα μελωμένα σταφύλια απ’ τα κλήματα
για να τα ρίξουν στα πατητήρια,
να γεμίσουν βαρέλια με μούστο,
να φτιάξουν κρασί προς τιμή του Διόνυσου
όπως από πανάρχαια μάθανε.
Στις Βακχικές γιορτές
σαν φτάσει ο καιρός θα θριαμβεύσει
τις πληγές των θνητών θα γιατρέψει,
βάλσαμο είναι
κι οι χαρές θα γιγαντώσουν στη γλύκα της μέθης
όταν οι Σάτυροι στήσουν χορό.
Κι η αμβροσία
προσφορά στους Θεούς να τους ευχαριστήσουν,
Τα συμπόσια του Ολύμπου με περίσσια ομορφιά.
Στων Ελλήνων τη γη
οι αμπελώνες οινοχόοι χρησμών.
Τα σέτια στις πλαγιές των βουνών
να κρατάνε το πολύτιμο χώμα,
Κι ο ήλιος
να ζεσταίνει τις ρόγες των σταφυλιών.
Ζωντανές οι μνήμες
ξαγρυπνούν στου Αιγαίου τη θέα
διψασμένα τα πέλαγα, ξεδιψούν κι ημερεύουν.
Οι Ρωμιοί στα αλήτρωτα χρόνια
τους καημούς τους λησμονούσαν με κρασί,
η προσευχή
ήταν ξημέρωμα και προσκήνυμα Άγιο.
Ποιος τις ρίζες του τόπου μου
πολεμάει ν’ αρπάξει;
Ποιος τις μνήμες του Έλληνα
προσπαθεί να τις σβήσει;
Η ψυχή του είναι ατσάλινη ποτισμένη κρασί,
με τα χέρια του
έστηψε τα σταφύλια σαν πέτρα
και ξεδίψασε μόνος, ήπιε λέει το νέκταρ.
Το ριζικό αυτής της γης είναι δικό της.
Στ’ αλώνια οι μέθυσοι Σάτυροι
τα πάθη τους τρυγάνε που ευωδιάζουν,
κι ο Διόνυσος να φτάνει με αυλούς συνοδεία.
Οι ποιητάδες να γράφουν τις ωδές τους γι’ αυτόν.
Αθήνα,23
Μαρτίου 2001
Διακρίθηκε στο διεθνή διαγωνισμό του Μονάχου.
